classics
cla
ˈklæ
klā
ssics
sɪks
siks
lasix

Ορισμός και σημασία του "classics"στα αγγλικά

01

κλασικές σπουδές

the academic study of the literature, language, history, and culture of ancient Greece and Rome 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
κύριο
Παραδείγματα
She majored in Classics, focusing on the works of Homer and Virgil. 

Ειδικεύτηκε στα Κλασικά, εστιάζοντας στα έργα του Ομήρου και του Βιργίλιου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

classics
class
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store