class action
class
ˈklɑ:s
κλασ
ac
æk
αικ
tion
ʃən
σαν

Ορισμός και σημασία του "class action"στα αγγλικά

01

ομαδική αγωγή, συλλογική αγωγή

a lawsuit concerning a problem that is shared by a group of people, which is brought to a law court on behalf of all 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
class actions
Παραδείγματα
The law firm filed a class action lawsuit on behalf of consumers affected by the defective product. 

Το δικηγορικό γραφείο κατέθεσε ομαδική αγωγή εκ μέρους των καταναλωτών που επηρεάστηκαν από το ελαττωματικό προϊόν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store