civilian
ci
σα
vil
ˈvɪl
βιλ
ian
jən
γαν
/sɪvˈɪli‍ən/

Ορισμός και σημασία του "civilian"στα αγγλικά

01

πολιτικός, πολιτική

relating to a person who is not a member of the military or police force and does not hold an official position in the government
civilian definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He served as a civilian volunteer, helping to distribute food and supplies to those in need.
Υπηρέτησε ως πολίτης εθελοντής, βοηθώντας στην διανομή τροφίμων και προμηθειών σε όσους είχαν ανάγκη.
01

πολίτης, αστός

a person who is not a member of or not on active duty in armed forces or the police
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
civilians
Παραδείγματα
The report detailed the impact of the war on local civilians.
Η αναφορά περιέγραψε λεπτομερώς την επίδραση του πολέμου στους τοπικούς αμάχους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store