Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
civilian
01
πολιτικός, πολιτική
relating to a person who is not a member of the military or police force and does not hold an official position in the government
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After retiring from the army, he transitioned to civilian life and pursued a career in business.
Μετά τη συνταξιοδότησή του από τον στρατό, πέρασε στην αστική ζωή και ακολούθησε καριέρα στις επιχειρήσεις.
Civilian
01
πολίτης, αστός
a person who is not a member of or not on active duty in armed forces or the police
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
civilians
Παραδείγματα
The soldiers helped the civilians evacuate the area safely.
Οι στρατιώτες βοήθησαν τους αμάχους να εκκενώσουν την περιοχή με ασφάλεια.



























