churchyard
church
ˈʧɜ:ʧ
chēch
yard
jɑ:d
yaad

Ορισμός και σημασία του "churchyard"στα αγγλικά

01

εκκλησιαστικό νεκροταφείο, αυλή της εκκλησίας

the area of land surrounding a church, often used for burials 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
churchyards
Παραδείγματα
The children played in the churchyard after school. 

Τα παιδιά έπαιξαν στο νεκροταφείο μετά το σχολείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

churchyard

church

+

yard

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store