churchyard
church
ˈʧɜrʧ
chērch
yard
ˌjɑrd
yaard
/t‍ʃˈɜːt‍ʃjɑːd/

Ορισμός και σημασία του "churchyard"στα αγγλικά

01

εκκλησιαστικό νεκροταφείο, αυλή της εκκλησίας

the area of land surrounding a church, often used for burials
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
churchyards
Παραδείγματα
Locals gather in the churchyard for festivals and community events.
Οι ντόπιοι συγκεντρώνονται στο εκκλησιαστικό νεκροταφείο για φεστιβάλ και κοινοτικές εκδηλώσεις.

Λεξικό Δέντρο

churchyard

church

+

yard

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store