church service
church
ˈʧɜ:ʧ
chēch
ser
sɜ:
vice
vɪs
vis

Ορισμός και σημασία του "church service"στα αγγλικά

Church service
01

θρησκευτική τελετή, λειτουργία

a service conducted in a house of worship 
church service definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
church services

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store