Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Church building
01
θρησκευτικό κτίριο, εκκλησία
a place for public (especially Christian) worship
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
church buildings
LanGeek



























