Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Church
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
churches
Παραδείγματα
They attended Sunday service at the local church with their family.
Παρευρέθηκαν στη λειτουργία της Κυριακής στο τοπικό εκκλησία με την οικογένειά τους.
02
εκκλησία, λατρεία
a service conducted in a house of worship
03
εκκλησία, κοινότητα
the body of people who attend or belong to a particular local church
church
01
Αμήν!, Ακριβώς!
used to signify agreement, affirmation, or endorsement of a statement, idea, or sentiment
Dialect
American
ανεπίσημο
Παραδείγματα
You're absolutely right, we need to prioritize our goals. Church!
Έχεις απόλυτο δίκιο, πρέπει να προτεραιοποιήσουμε τους στόχους μας. Αμήν!
to church
01
γιορτάζω, τελώ
perform a special church rite or service for
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
church
γ΄ ενικό πρόσωπο
churches
ενεστώτα μετοχή
churching
απλός αόριστος
churched
παθητική μετοχή
churched



























