Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chuck out
01
διώχνω, πετώ έξω
to make someone leave a place against their will
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
chuck
ενεστώτας
chuck out
γ΄ ενικό πρόσωπο
chucks out
ενεστώτα μετοχή
chucking out
απλός αόριστος
chucked out
παθητική μετοχή
chucked out
Παραδείγματα
The bouncer chucked the troublemaker out of the club.
Ο μπράβος έβγαλε τον ταραχοποιό από το κλαμπ.
02
πετώ, απαλλάσσομαι από
to get rid of something
Παραδείγματα
Can you please chuck the old magazines out?
Μπορείς να πετάξεις τα παλιά περιοδικά, σε παρακαλώ;



























