Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chromatography
01
χρωματογραφία
a laboratory technique used to separate and analyze mixtures of substances based on their differential affinities for a stationary phase and a mobile phase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chromatographies
Παραδείγματα
Chromatography techniques help ensure the purity of pharmaceutical products.
Οι τεχνικές χρωματογραφίας βοηθούν στη διασφάλιση της καθαρότητας των φαρμακευτικών προϊόντων.



























