Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Christian era
01
χριστιανική εποχή, χριστιανική περίοδος
the period that began with Christ's birth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























