Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chop up
01
ψιλοκόβω, κόβω σε μικρά κομμάτια
to cut something into smaller pieces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
chop
ενεστώτας
chop up
γ΄ ενικό πρόσωπο
chops up
ενεστώτα μετοχή
chopping up
απλός αόριστος
chopped up
παθητική μετοχή
chopped up
Παραδείγματα
He used a blender to finely chop up the nuts.
Χρησιμοποίησε ένα μπλέντερ για να ψιλοκόψει τους ξηρούς καρπούς.



























