to chip in
chip
ʧɪp
chip
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "chip in"στα αγγλικά

to chip in
01

συνεισφέρω, υποστηρίζω

to add one's share of money, support, or guidance 
Intransitive
to chip in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
chip
ενεστώτας
chip in
γ΄ ενικό πρόσωπο
chips in
ενεστώτα μετοχή
chipping in
απλός αόριστος
chipped in
παθητική μετοχή
chipped in
Παραδείγματα
Family members chipped in to pay for the surprise party. 

Τα μέλη της οικογένειας συνεισέφεραν για να πληρώσουν το πάρτι έκπληξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store