chinchilla
chin
ʧɪn
chin
chi
ˈʧɪ
chi
lla
pulsatillaheliophilamanzanillagypsophila

Ορισμός και σημασία του "chinchilla"στα αγγλικά

01

τσιντσίλα, τσιντσίλα (τρωκτικό)

a small South American rodent with grayish fur and rabbit-like ears 
chinchilla definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chinchillas
02

τσιντσίλα, παχύ ύφασμα από μαλλί και βαμβάκι

a thick twilled fabric of wool and cotton 
03

το ακριβό ασημόγκριzo γούνα της τσιντσίλας, το πολύτιμο ασημόγκριzo γούνα της τσιντσίλας

the expensive silvery grey fur of the chinchilla 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store