chimney
chim
ˈʧɪm
τσιμ
ney
ni
νι

Ορισμός και σημασία του "chimney"στα αγγλικά

01

καμινάδα, αγωγός καπνού

a channel or passage that lets the smoke from a fire pass through and get out from the roof of a building 
chimney definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chimneys
Παραδείγματα
Smoke rose from the chimney on the cold winter morning. 

Ο καπνός ανέβαινε από το καμινάδα στο κρύο χειμωνιάτικο πρωί.

02

καμινάδα, γυάλινος αγωγός γύρω από το φιτίλι ενός λαμπτήρα λαδιού

a glass flue surrounding the wick of an oil lamp 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store