Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chimney
01
καμινάδα, αγωγός καπνού
a channel or passage that lets the smoke from a fire pass through and get out from the roof of a building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chimneys
Παραδείγματα
He saw the flames through the chimney ’s opening.
Είδε τις φλόγες μέσα από το άνοιγμα της καμινάδας.
02
καμινάδα, γυάλινος αγωγός γύρω από το φιτίλι ενός λαμπτήρα λαδιού
a glass flue surrounding the wick of an oil lamp



























