Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chimeral
01
χιμαιρικός, εξωπραγματικός
of an imaginary and unrealistic nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chimeral
συγκριτικός βαθμός
more chimeral
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
imagination, reality, nature
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chimeral
chimera



























