Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chime
01
χτυπώ, κουδουνίζω
to make a ringing sound, like a bell or clock
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chime
γ΄ ενικό πρόσωπο
chimes
ενεστώτα μετοχή
chiming
απλός αόριστος
chimed
παθητική μετοχή
chimed
Παραδείγματα
The clock on the wall chimes every hour.
Το ρολόι στον τοίχο χτυπά κάθε ώρα.
Chime
01
καριγιόν, σετ καμπανών
a percussion instrument made of a set of tuned bells that are struck to produce musical tones, often used in orchestras
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chimes
Παραδείγματα
The orchestra featured a chime in the final movement of the symphony.
Η ορχήστρα παρουσίασε ένα κουδούνι στο τελικό μέρος της συμφωνίας.



























