Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Child abuse
01
κακοποίηση παιδιών, κατάχρηση παιδιών
the harming of a child physically, emotionally, or sexually
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Teachers reported child abuse to the authorities.
Οι δάσκαλοι ανέφεραν κακοποίηση παιδιών στις αρχές.
LanGeek



























