Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chicken out
[phrase form: chicken]
01
δειλιάζω, τραβιέμαι
to not to do something one planned because they feel scared or hesitant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
chicken
ενεστώτας
chicken out
γ΄ ενικό πρόσωπο
chickens out
ενεστώτα μετοχή
chickening out
απλός αόριστος
chickened out
παθητική μετοχή
chickened out
Παραδείγματα
Are you going to chicken out of the competition?
Θα φύγεις από τον διαγωνισμό;



























