chickadee
chi
ˈʧɪ
chi
cka
dee
di
di
chickeree

Ορισμός και σημασία του "chickadee"στα αγγλικά

01

παπαδίτσα, τσικαντί

any of various small gray-and-black songbirds of North America 
chickadee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chickadees
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store