chicano
chi
ʧɪ
chi
ca
ˈkɑ:
kaa
no
nəʊ
new
gallianoguanollano

Ορισμός και σημασία του "chicano"στα αγγλικά

01

ένας Τσικάνο, άτομο μεξικανικής καταγωγής

a person of Mexican descent 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chicanos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store