Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chests
Παραδείγματα
The tightness in her chest made her anxious.
Η σφίξη στο στήθος της την έκανε να αγχώνεται.
03
σεντούκι, κομό
a box-shaped piece of furniture with drawers that are typically used for storage
Παραδείγματα
The chest by the door contained blankets and extra pillows for guests.
Το σεντούκι δίπλα στην πόρτα περιείχε κουβέρτες και επιπλέον μαξιλάρια για τους επισκέπτες.
04
στήθος, θώρακας
the front of the trunk from the neck to the abdomen
to chest
01
ελέγχει με το στήθος, αλλάζει κατεύθυνση με το στήθος
to control or redirect the ball using the chest in soccer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chest
γ΄ ενικό πρόσωπο
chests
ενεστώτα μετοχή
chesting
απλός αόριστος
chested
παθητική μετοχή
chested
Παραδείγματα
He would chest the ball if given the chance.
Θα ελέγχει την μπάλα με το στήθος του αν του δινόταν η ευκαιρία.
Λεξικό Δέντρο
chesty
chest



























