Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chessboard
01
σκακιέρα, πίνακας σκακιού
a square board with a grid of 64 alternating light and dark colored squares arranged in an 8x8 pattern, used for playing the game of chess
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chessboards
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chessboard
chess
board



























