Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cheer
01
επιδοκιμάζω, ζητωκραυγάζω
to encourage or show support or praise for someone by shouting
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cheer
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheers
ενεστώτα μετοχή
cheering
απλός αόριστος
cheered
παθητική μετοχή
cheered
Παραδείγματα
The fans cheer loudly during the soccer match.
Οι φίλαθλοι ζητωκραυγάζουν δυνατά κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα.
02
εμψυχώνω, χαροποιώ
to make someone feel happier or more energetic
Transitive: to cheer sb/sth
Παραδείγματα
A surprise gift from a friend was enough to cheer him and lift his spirits.
Ένα δώρο έκπληξη από έναν φίλο ήταν αρκετό για να τον εμψυχώσει και να του ανεβάσει τη διάθεση.
03
ενθαρρύνω, ευθυμώ
to give someone a sense of hope, courage, or confidence
Transitive: to cheer sb
Παραδείγματα
Her encouraging words cheered him, giving him the strength to continue.
Τα ενθαρρυντικά της λόγια τον ενθάρρυναν, δίνοντάς του τη δύναμη να συνεχίσει.
04
χαιρόμαστε, εμψυχώνω
to become happier or more positive in mood
Intransitive
Παραδείγματα
She began to cheer as the good news sank in.
Άρχισε να χαίρεται καθώς η καλή είδηση καταλάμβανε.
05
ζητωκραυγάζω, ενθαρρύνω
to loudly praise or offer support to someone with enthusiastic shouts or cheers
Transitive: to cheer sb
Παραδείγματα
The crowd cheered the team as they scored the winning goal.
Το πλήθος ζητωκραύγασε την ομάδα όταν σκόραρε το νικητήριο γκολ.
Cheer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cheers
Παραδείγματα
The children's laughter filled the room with cheer.
Το γέλιο των παιδιών γέμισε το δωμάτιο με χαρά.
02
ζητωκραυγή, χειροκρότημα
a cry or shout of approval
Λεξικό Δέντρο
cheering
cheering
cheer



























