cheeky
chee
ˈʧi:
chi
ky
ki
ki
cheerycheesy

Ορισμός και σημασία του "cheeky"στα αγγλικά

01

θρασύς, παιχνιδιάρης

showing impolite behavior in a manner that is amusing or endearing 
cheeky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
cheekiest
συγκριτικός βαθμός
cheekier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, interaction
Παραδείγματα
The cheeky child giggled mischievously as he played pranks on his siblings. 

Το θρασύ παιδί γέλασε κακόβουλα καθώς έπαιζε φάρσες στα αδέρφια του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cheekily
cheekiness
cheeky
cheek
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store