Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cheeky
01
θρασύς, παιχνιδιάρης
showing impolite behavior in a manner that is amusing or endearing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
cheekiest
συγκριτικός βαθμός
cheekier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cheeky child giggled mischievously as he played pranks on his siblings.
Το θρασύ παιδί γέλασε κακόβουλα καθώς έπαιζε φάρσες στα αδέρφια του.
Λεξικό Δέντρο
cheekily
cheekiness
cheeky
cheek



























