Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Checkout counter
01
ταμείο, πάγκος πληρωμής
a counter in a supermarket where you pay for your purchases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
checkout counters



























