to check over
check
ˈʧɛk
chek
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "check over"στα αγγλικά

to check over
01

ελέγχω, επιθεωρώ

to inspect something closely to ensure accuracy, quality, or its overall condition 
to check over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
check
ενεστώτας
check over
γ΄ ενικό πρόσωπο
checks over
ενεστώτα μετοχή
checking over
απλός αόριστος
checked over
παθητική μετοχή
checked over
Παραδείγματα
She spent hours checking over the accounts for any discrepancies. 

Πέρασε ώρες ελέγχοντας τους λογαριασμούς για τυχόν αποκλίσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store