Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to check over
[phrase form: check]
01
ελέγχω, επιθεωρώ
to inspect something closely to ensure accuracy, quality, or its overall condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
check
ενεστώτας
check over
γ΄ ενικό πρόσωπο
checks over
ενεστώτα μετοχή
checking over
απλός αόριστος
checked over
παθητική μετοχή
checked over
Παραδείγματα
The supervisor checked over the completed project thoroughly.
Ο επόπτης έλεγξε διεξοδικά το ολοκληρωμένο έργο.



























