to cheapen
Pronunciation
/ˈtʃipən/

Ορισμός και σημασία του "cheapen"στα αγγλικά

to cheapen
01

υποτιμώ, φθηνεύω

to reduce the value of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cheapen
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheapens
ενεστώτα μετοχή
cheapening
απλός αόριστος
cheapened
παθητική μετοχή
cheapened
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store