Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chapel
01
παρεκκλήσι, προσευχητήριο
a small place for prayer or religious services that is separate from a main church or cathedral
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chapels
Παραδείγματα
The monks gathered in the chapel for morning prayers.
Οι μοναχοί συγκεντρώθηκαν στο παρεκκλήσι για τα πρωινά προσευχές.
02
παρεκκλήσι, θρησκευτική τελετή
a service conducted in a place of worship that has its own altar
03
παρεκκλήσι, δωμάτιο προσευχής
a small room or building belonging to a hospital, prison, school, etc. where Christians can pray and perform religious services in



























