Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chalk
01
κιμωλία, μπαστούνι κιμωλίας
a white or colored stick similar to chalk that is used for drawing or writing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chalks
02
μεθαμφεταμίνη, Μεθενδρίνη
an amphetamine derivative (trade name Methedrine) used in the form of a crystalline hydrochloride; used as a stimulant to the nervous system and as an appetite suppressant
03
κιμωλία, λευκό κιμωλίας
a pure flat white with little reflectance
04
κιμωλία, λευκή κιμωλία
a soft whitish calcite
05
κιμωλία, ασβεστόλιθος
a group of soft, white rock layers made mainly from the remains of tiny sea animals, often found in hills, cliffs, or underground
Παραδείγματα
The cliffs are made of thick chalk deposits.
Οι βράχοι αποτελούνται από παχύ στρώμα κιμωλίας.
to chalk
01
ζωγραφίζω με κιμωλία, γράφω με κιμωλία
to create content using chalk as the writing or drawing instrument
Transitive: to chalk sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chalk
γ΄ ενικό πρόσωπο
chalks
ενεστώτα μετοχή
chalking
απλός αόριστος
chalked
παθητική μετοχή
chalked
Παραδείγματα
The artist chalked a vibrant mural on the sidewalk, showcasing their talent in a public space.
Ο καλλιτέχνης κιμωλίασε μια ζωντανή τοιχογραφία στο πεζοδρόμιο, επιδεικνύοντας το ταλέντο του σε δημόσιο χώρο.
Λεξικό Δέντρο
chalky
chalk



























