Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chain armor
01
αλυσιδωτή πανοπλία, πανοπλία από δακτυλίδια
(Middle Ages) flexible armor made of interlinked metal rings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chain armors
LanGeek



























