chain armor
chain
ˈʧeɪn
chein
ar
ɑ:
aa
mor

Ορισμός και σημασία του "chain armor"στα αγγλικά

01

αλυσιδωτή πανοπλία, πανοπλία από δακτυλίδια

(Middle Ages) flexible armor made of interlinked metal rings 
chain armor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chain armors

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store