Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cerebral
01
εγκεφαλικός, διανοητικός
involving careful thought, analysis, and intellectual engagement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cerebral
συγκριτικός βαθμός
more cerebral
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cerebral challenges of the puzzle required deep concentration and logical reasoning.
Οι εγκεφαλικές προκλήσεις του παζλ απαιτούσαν βαθιά συγκέντρωση και λογική συλλογιστική.
02
εγκεφαλικός
relating to the forepart of the brain, particularly its higher functions such as thinking, reasoning, and cognition
Παραδείγματα
Cerebral palsy is a neurological disorder that affects movement and muscle coordination due to brain damage.
Η εγκεφαλική παράλυση είναι μια νευρολογική διαταραχή που επηρεάζει την κίνηση και τον συντονισμό των μυών λόγω εγκεφαλικής βλάβης.
Λεξικό Δέντρο
cerebrally
cerebral



























