Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cerebral
01
εγκεφαλικός, διανοητικός
involving careful thought, analysis, and intellectual engagement
Παραδείγματα
The cerebral nature of the debate attracted intellectuals and scholars from various fields.
Η εγκεφαλική φύση της συζήτησης προσέλκυσε διανοούμενους και επιστήμονες από διάφορους τομείς.
02
εγκεφαλικός
relating to the forepart of the brain, particularly its higher functions such as thinking, reasoning, and cognition
Παραδείγματα
Cerebral functions can be affected by factors such as aging, injury, and disease.
Οι εγκεφαλικές λειτουργίες μπορούν να επηρεαστούν από παράγοντες όπως η γήρανση, οι τραυματισμοί και οι ασθένειες.
Λεξικό Δέντρο
cerebrally
cerebral



























