Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ceramic
01
κεραμικός, από κεραμικά
created by molding clay into a desired shape and then baking the clay at a high temperature to harden it
Παραδείγματα
The ancient civilization left behind intricate ceramic artifacts that provide insights into their culture and craftsmanship.
Ο αρχαίος πολιτισμός άφησε πίσω του περίπλοκα κεραμικά αντικείμενα που παρέχουν πληροφορίες για τον πολιτισμό και την τεχνογνωσία τους.
Ceramic
Παραδείγματα
The museum featured a special exhibition on Japanese ceramics, highlighting the country's rich tradition of pottery.
Το μουσείο φιλοξένησε μια ειδική έκθεση για την ιαπωνική κεραμική, αναδεικνύοντας την πλούσια παράδοση της κεραμικής της χώρας.
02
κεραμικό, αγγειοπλαστική
a non-metallic, inorganic material that is typically made from clay, minerals, and other raw materials
Παραδείγματα
Ceramic is are ideal for making durable, long-lasting products.
Η κεραμική είναι ιδανική για την κατασκευή ανθεκτικών, μακροχρόνιων προϊόντων.
Λεξικό Δέντρο
ceramic
ceram



























