ceramic
ce
si
ra
ˈræ
mic
mɪk
mik
dynamicagamicadynamicapogamic

Ορισμός και σημασία του "ceramic"στα αγγλικά

01

κεραμικός, από κεραμικά

created by molding clay into a desired shape and then baking the clay at a high temperature to harden it 
ceramic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The kitchen floor was tiled with ceramic tiles, adding a sleek and durable surface. 

Το πάτωμα της κουζίνας ήταν πλακοστρωμένο με κεραμικά πλακάκια, προσθέτοντας μια γλαφυρή και ανθεκτική επιφάνεια.

01

κεραμική

an object such as a pot, bowl, etc. that is made by heating clay 
ceramic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ceramics
Παραδείγματα
The museum displayed a wide array of ancient ceramics from different civilizations, showcasing their craftsmanship and cultural significance. 

Το μουσείο παρουσίασε μια ευρεία γκάμα αρχαίων κεραμικών από διαφορετικούς πολιτισμούς, επιδεικνύοντας την τεχνική τους και την πολιτιστική τους σημασία.

02

κεραμικό, αγγειοπλαστική

a non-metallic, inorganic material that is typically made from clay, minerals, and other raw materials 
Παραδείγματα
The vase was made of high-quality ceramic. 

Το βάζο ήταν κατασκευασμένο από κεραμικά υψηλής ποιότητας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store