celt
celt
kɛlt
kelt
peltgeltmeltfelt

Ορισμός και σημασία του "celt"στα αγγλικά

01

Κέλτης, Γαλάτης

a member of a European people who once occupied Britain and Spain and Gaul prior to Roman times 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Celts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

celtic
celtic
celt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store