Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cede
01
παραχωρώ, εγκαταλείπω
to hand over power, land, or a position to another, particularly due to being forced
Transitive: to cede power or position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cede
γ΄ ενικό πρόσωπο
cedes
ενεστώτα μετοχή
ceding
απλός αόριστος
ceded
παθητική μετοχή
ceded
Παραδείγματα
The king was pressured to cede his crown in exchange for his family's safety.
Ο βασιλιάς πιέστηκε να παραδώσει το στέμμα του σε αντάλλαγμα για την ασφάλεια της οικογένειάς του.
02
παραχωρώ, μεταβιβάζω
to transfer the title, rights, or ownership of something to another person or entity
Transitive: to cede a property or right to sb
Παραδείγματα
She ceded ownership of the house to her children, passing it down through generations.
Παρέδωσε την κυριότητα του σπιτιού στα παιδιά της, περνώντας το από γενιά σε γενιά.
Λεξικό Δέντρο
ceding
precede
recede
cede



























