adverbial
Pronunciation
/ædˈvɝbiəɫ/

Ορισμός και σημασία του "adverbial"στα αγγλικά

01

επιρρηματικός, σχετικός με το επίρρημα

connected with or functioning as an adverb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
01

επιρρηματικός, περιστασιακό συμπλήρωμα

(grammar) a word or phrase that adds more information to another word in sense of time, manner, degree or cause
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adverbials
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store