Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adverbial
01
επιρρηματικός, σχετικός με το επίρρημα
connected with or functioning as an adverb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Adverbial
01
επιρρηματικός, περιστασιακό συμπλήρωμα
(grammar) a word or phrase that adds more information to another word in sense of time, manner, degree or cause
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adverbials
Λεξικό Δέντρο
adverbially
adverbial
adverb



























