Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caterpillar
01
κάμπια, προνύμφη πεταλούδας
a long and small wormlike larva of a moth or butterfly that has many limbs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caterpillars
02
ερπυστριοφόρο όχημα, ερπυστριοφόρος μπουλντόζα
a large tracked vehicle that is propelled by two endless metal belts; frequently used for moving earth in construction and farm work



























