to cast off
cast
kɑ:st
καστ
off
ɒf
οφ

Ορισμός και σημασία του "cast off"στα αγγλικά

to cast off
01

ξεφορτώνομαι, απορρίπτω

get rid of 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
cast
ενεστώτας
cast off
γ΄ ενικό πρόσωπο
casts off
ενεστώτα μετοχή
casting off
απλός αόριστος
cast off
παθητική μετοχή
cast off
02

ολοκληρώνω, τελειώνω

to finish the final row or stitch of a knitted or crocheted item and secure the loops so that the project is completed and ready to be cut off 
03

to release the mooring lines of a boat so that it may depart 

Παραδείγματα
The captain gave the order to cast off as soon as all passengers were aboard. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store