to cash out
Pronunciation
/kˈæʃ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "cash out"στα αγγλικά

to cash out
01

εξαργυρώνω, λαμβάνω χρήματα

to get money in exchange for selling something valuable one owns
to cash out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
cash
ενεστώτας
cash out
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashes out
ενεστώτα μετοχή
cashing out
απλός αόριστος
cashed out
παθητική μετοχή
cashed out
Παραδείγματα
She plans to cash out her stocks before the market takes a downturn.
Σχεδιάζει να εξαργυρώσει τις μετοχές της πριν η αγορά πάρει μια καθοδική τροπή.
02

κλείνω το ταμείο, κάνω τη διακανονισμό

to calculate and collect all the money earned by a business by the end of the day
Παραδείγματα
Please cash out the register and hand me the money.
Παρακαλώ κλείστε το ταμείο και δώστε μου τα χρήματα.
03

αποσύρομαι, απλοποιώ τη ζωή

to make a change to live a simpler life by reconsidering career and personal values
Παραδείγματα
They cashed the hectic city life out for a peaceful countryside existence.
Εξαργύρωσαν την πολυάσχολη αστική ζωή για μια γαλήνια ύπαρξη στην ύπαιθρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store