Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cash out
01
εξαργυρώνω, λαμβάνω χρήματα
to get money in exchange for selling something valuable one owns
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
cash
ενεστώτας
cash out
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashes out
ενεστώτα μετοχή
cashing out
απλός αόριστος
cashed out
παθητική μετοχή
cashed out
Παραδείγματα
I'm going to cash out these unused gift cards.
Πρόκειται να εξαργυρώσω αυτές τις αχρησιμοποίητες κάρτες δώρων.
02
κλείνω το ταμείο, κάνω τη διακανονισμό
to calculate and collect all the money earned by a business by the end of the day
Παραδείγματα
Can you cash out the daily sales before leaving?
Μπορείτε να εξαργυρώσετε τις ημερήσιες πωλήσεις πριν φύγετε;
03
αποσύρομαι, απλοποιώ τη ζωή
to make a change to live a simpler life by reconsidering career and personal values
Παραδείγματα
They are planning to cash out soon, leaving behind the materialistic pressures of their current lifestyle.
Σχεδιάζουν να εξαργυρώσουν σύντομα, αφήνοντας πίσω τις υλιστικές πιέσεις του τρέχοντος τρόπου ζωής τους.



























