to cash in
cash
kæʃ
kāsh
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "cash in"στα αγγλικά

to cash in
01

εξαργυρώνω, λαμβάνω μετρητά

exchange for cash 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
cash
ενεστώτας
cash in
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashes in
ενεστώτα μετοχή
cashing in
απλός αόριστος
cashed in
παθητική μετοχή
cashed in
02

εκμεταλλεύομαι, αποκομίζω κέρδος από

to take advantage of an opportunity for personal gain 
αργκό
Παραδείγματα
He cashed in on his popularity and launched a merch line. 

Εκμεταλλεύτηκε τη δημοτικότητά του και λάνσαρε μια σειρά προϊόντων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store