to cash in
Pronunciation
/kˈæʃ ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "cash in"στα αγγλικά

to cash in
01

εξαργυρώνω, λαμβάνω μετρητά

exchange for cash
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
cash
ενεστώτας
cash in
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashes in
ενεστώτα μετοχή
cashing in
απλός αόριστος
cashed in
παθητική μετοχή
cashed in
02

εκμεταλλεύομαι, αποκομίζω κέρδος από

to take advantage of an opportunity for personal gain
slang
Παραδείγματα
He's trying to cash in on the hype before it dies down.
Προσπαθεί να επωφεληθεί από τη διαφημιστική εκστρατεία πριν αυτή κοπάσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store