caricaturist
Pronunciation
/ˈkɛɹəkətʃɝəst/

Ορισμός και σημασία του "caricaturist"στα αγγλικά

01

καρικατουρίστας

an artist who specializes in creating humorous and exaggerated drawings of people
caricaturist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caricaturists
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store