Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caricaturist
01
καρικατουρίστας
an artist who specializes in creating humorous and exaggerated drawings of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caricaturists
Λεξικό Δέντρο
caricaturist
caricature



























