carbon steel
car
ˈkɑ:
kaa
bon
bən
bēn
steel
sti:l
stil

Ορισμός και σημασία του "carbon steel"στα αγγλικά

01

χάλυβας άνθρακα, άνθρακας χάλυβα

an alloy of iron and carbon, valued for its strength and versatility, commonly used in construction, manufacturing, and cooking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The construction crew used carbon steel beams to reinforce the building's structure. 

Η ομάδα κατασκευής χρησιμοποίησε δοκούς από ανθρακούχο ατσάλι για να ενισχύσει τη δομή του κτιρίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store