caravanning
ca
ˈkæ
kā
ra
rə
rē
va
væ
vā
nning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "caravanning"στα αγγλικά

01

καραβάνινγκ, η πρακτική των διακοπών σε καραβάν

the practice of taking holidays in a caravan 
caravanning definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

caravanning
caravan
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store