car race
car
kɑ:
kaa
race
reɪs
reis
carapace

Ορισμός και σημασία του "car race"στα αγγλικά

01

αυτοκινητοδρομία

a race between (usually high-performance) automobiles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
car races

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store