Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Car dealer
01
πωλητής αυτοκινήτων, αντιπρόσωπος αυτοκινήτων
a business that buys and sells new or used cars, often offering related services like repairs or financing
Παραδείγματα
The family-owned car dealer has been in business for over 40 years.
Ο οικογενειακός πωλητής αυτοκινήτων είναι στη επιχείρηση για πάνω από 40 χρόνια.



























