capital gains tax
ca
ˈkæ
και
pital
pɪtl
πιτλ
gains
geɪnz
γκεινζ
tax
tæks
ταικσ

Ορισμός και σημασία του "capital gains tax"στα αγγλικά

Capital gains tax
01

φόρος επί της κεφαλαιακής απόδοσης, φόρος κεφαλαιακών κερδών

a tax on the profit a corporation or an individual makes from selling shares or properties 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
capital gains taxes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store