Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Capital gains tax
01
φόρος επί της κεφαλαιακής απόδοσης, φόρος κεφαλαιακών κερδών
a tax on the profit a corporation or an individual makes from selling shares or properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
capital gains taxes
LanGeek



























