Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Capillary
01
τριχοειδές αγγείο, τριχοειδής
(anatomy) any of the small and thin-walled branching blood vessels that connect the arterioles and venules
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
capillaries
02
τριχοειδές αγγείο, τριχοειδής σωλήνας
a tube of small internal diameter; holds liquid by capillary action
capillary
01
τριχοειδής, σαν τρίχα
of, relating, or resembling a strand of hair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
τριχοειδής, πολύ λεπτός
very thin, especially regarding internal width



























