Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Canvasser
01
ερευνητής, συνεντευκτής
someone who conducts surveys of public opinion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
canvassers
02
ψηφομέτρησης, ελεγκτής ψήφων
someone who examines votes at an election
03
εκλογικός υπάλληλος, συλλέκτης
a person who goes door-to-door or contacts people to ask for votes, support, or contributions
Παραδείγματα
The canvasser visited every street to talk to voters about the candidate.
Ο εκλογικός αγωγός επισκέφθηκε κάθε δρόμο για να μιλήσει στους ψηφοφόρους για τον υποψήφιο.
04
απαριθμητής ψήφων, εξεταστής ψήφων
a person who takes or counts votes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
canvasser
canvass



























