canvasser
can
ˈkæn
kān
va
sser
sa
sa

Ορισμός και σημασία του "canvasser"στα αγγλικά

01

ερευνητής, συνεντευκτής

someone who conducts surveys of public opinion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
canvassers
02

ψηφομέτρησης, ελεγκτής ψήφων

someone who examines votes at an election 
03

εκλογικός υπάλληλος, συλλέκτης

a person who goes door-to-door or contacts people to ask for votes, support, or contributions 
Παραδείγματα
The canvasser visited every street to talk to voters about the candidate. 

Ο εκλογικός αγωγός επισκέφθηκε κάθε δρόμο για να μιλήσει στους ψηφοφόρους για τον υποψήφιο.

04

απαριθμητής ψήφων, εξεταστής ψήφων

a person who takes or counts votes 

Λεξικό Δέντρο

canvasser
canvass
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store