Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Canker
01
αφθα, έλκος στο στόμα
a painful sore or ulcer inside the mouth or on the lips
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cankers
Παραδείγματα
She avoided spicy food because of a canker on her tongue.
Απέφυγε το πικάντικο φαγητό λόγω ενός έλκους στη γλώσσα της.
02
έλκος, καταστροφική επιρροή
a spreading, evil, and destructive influence that is hard to stop
Παραδείγματα
Corruption became a canker in the country's political system.
Η διαφθορά έγινε ένας καρκίνος στο πολιτικό σύστημα της χώρας.
03
καρκίνος, φυτικός καρκίνος
a plant disease producing lesions, decay, or sores on stems, branches, or trunks
Παραδείγματα
The orchard suffered from a canker that killed several apple trees.
Ο οπωρώνας υπέφερε από έναν καρκίνο που σκότωσε πολλά μηλιές.
04
καρκίνος της οπλής, canker
a condition in horses in which a bacterial infection affects the hoof, causing inflammation, tissue erosion, and discharge
Παραδείγματα
The veterinarian diagnosed the horse with a severe case of canker in its front hoof.
Ο κτηνίατρος διαγνώρισε στο άλογο μια σοβαρή περίπτωση καρκίνου στο μπροστινό του οπλή.
to canker
01
προκαλώ καρκίνωμα, ελκώνω
to cause a plant or animal to develop a cankerous disease or sore
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
canker
γ΄ ενικό πρόσωπο
cankers
ενεστώτα μετοχή
cankering
απλός αόριστος
cankered
παθητική μετοχή
cankered
Παραδείγματα
The gardener feared that the blight would canker the apple trees.
Ο κηπουρός φοβόταν ότι η σήψη θα προκαλούσε έλκωση στις μηλιές.
02
ελκώνω, προσβάλλομαι από έλκος
to develop a cankerous disease or sore
Παραδείγματα
The tree began to canker along the trunk.
Το δέντρο άρχισε να ελκώνεται κατά μήκος του κορμού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cankerous
canker



























