Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
can-do
01
αποφασισμένος, επιχειρηματικός
characterized by one's confidence or willingness to meet challenges and ultimately achieve success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most can-do
συγκριτικός βαθμός
more can-do
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attitude, personality, work
LanGeek



























